Η Παναγία των Παρισίων και το δάκρυ του Κουασιμόδου

7



Π.Κ.

Η στέψη και ο γάμος του Ερρίκου της Ναβάρας, μετέπειτα Ερρίκου του 4ου με την βασίλισσα Μαργκώ, σε μία γκραβούρα του 19ου αιώνα καθώς και η στέψη του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, αυτού του κοντού άσημου Κορσικανού αξιωματικού του πυροβολικού, η εγκατάσταση του στρατηγείου του Φίλιππου του Ωραίου κατά τη διάρκεια της επικής μάχης κατά των Ναϊτών ή αλλιώς του εγχειρήματος οικοδόμησης μίας κεντρικής εξουσίας στο βασίλειο της Γαλλίας, όλα αυτά τα ιστορικά στιγμιότυπα έχουν αφήσει τα ίχνη τους πάνω στις πέτρες του Ναού, εκεί στο μικρή νησίδα του Σηκουάνα.

Μία ιστορία 850 ετών η οποία αποτυπώθηκε στο παγκόσμιο συλλογικό υποσυνείδητο με ένα βιβλίο. «Η Παναγία των Παρισίων» του Βίκτωρα Ουγκώ, αυτή η ρομαντική εκδοχή της μετα-επαναστατικής Γαλλίας, αυτή η μάχη του συγγραφέα με τον ρεαλισμό, έδωσε στην ανθρωπότητα τρεις χαρακτήρες, τον Φρολό, την αιγύπτια Εσμεράλντα και τον Κουασιμόδο. Γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές με αυτές τις εικόνες και τις λέξεις.  Ο Ναός έγινε κτήμα – αναφορά συλλογική, παγκόσμια, διαχρονική. Ωστόσο αυτό το μνημείο γοτθικού ρυθμού ήταν και ένα ζωντανό αρχείο 8,5 αιώνων ασύλληπτης ίντριγκας, αγώνα για την εξουσία, αιματοκυλίσματος και συμβολαίων θανάτου, μάχης και αίματος. Από τον Ρισελιέ στη σύγχρονη εποχή. Από τους Λουδοβίκους στην Επανάσταση, από τους «Βοναπάρτες» στον Ζαν Ζακ Ρουσώ με την αντάρα στην ψυχή που προσπαθούσε απεγνωσμένα να εξομολογηθεί, από τον Στρατάρχη Πεταίν με τους Ναζί, στον Στρατηγό Ντε Γκώλ.

Πέρα από το μνημείο, τους λίθους, τα εκπληκτικά βιτρό, τα μυστικά υπόγεια, τις σήραγγες, τους τάφους, πέρα από την επιβλητικότητα του εμβληματικού οικοδομήματος, η Notre Dame, είναι ένα ζωντανό ιστορικό αρχείο, ένα διαχρονικό ταξίδι στις σκοτεινές και τις φωτεινές στιγμές της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Το ένοιωθες πως αυτή η συλλογική μνήμη σε χάιδευε σαν αύρα από την στιγμή που πέρναγες το κατώφλι. Η σιωπή εντός του Ναού «διευκόλυνε» αυτό τα ταξίδι πίσω στον χρόνο. Έβλεπες τις σκουρόχρωμες σκιές των ιερωμένων να κινούνται ανάμεσα από τα μυστικά περάσματα. Άκουγες ακόμη, αν τις φανταζόσουνα, τις φωνές των ηττημένων, Πριγκίπων ή Στρατηγών, των αντικαθεστωτικών ή των Επαναστατών, των αντιπάλων ή των εχθρών. Μπορούσες να αφήσεις την φαντασία σου να προχωρήσει μερικές εκατοντάδες μέτρα και να δεις στημένη την γκιλοτίνα με τον κάδο μπροστά της, γεμάτο από κομμένα κεφάλια.

Μπορούσες όμως και να ακούσεις χιλιάδες φωνές να κρατούν μία φλογίτσα και να ψάλλουν έναν ύμνο προς τον Θεό, ευχαριστήριο ύμνο για το τέλος του Μεγάλου Πολέμου και μερικές δεκαετίες μετά, η ίδια συλλογική τελετή για το τέλος του 2ου Πολέμου. «Te Deum».

Ο Βίκτωρας Ουγκώ έκανε την αρχή. Τη σκυτάλη άδραξαν οι υπόλοιποι. Μία όπερα, η «Εσμεράλντα» στην Ισπανία, μία ειδική εισαγωγή του Ντοστογιέφκι στην ρωσική μετάφραση της «Παναγίας των Παρισίων» του Ουγκώ, κινηματογραφικές παραγωγές, γκραβούρες, λιθογραφίες, φαντασιώσεις με τον Κουασιμόδο, κινούμενα σχέδια, αυτός ο Ναός στο 4ο  διαμέρισμα της μεγαλούπολης, δίπλα από το Καρτιέ, πάνω στον Σηκουάνα, ήταν (είναι) εδώ και 850 χρόνια κομμάτι της γαλλικής ψυχής. Της σκοτεινής και της λαμπερής της, σαν εκείνον τον σταυρό από ασήμι,στο βάθος του Τέμπλου, που λαμπυρίζει ανεπαίσθητα στο σκοτάδι με μία διάχυτη απαλή φωτεινή ακτίνα που έρχεται μέσα από το βιτρό, με μόρια σκόνης να αναδεύονται, ένας μυστήριος χορός του χρόνου σφιχταγκαλιασμένου με την ιστορία. Ένα ταγκό διαρκείας με έρωτες, δολοφονίες, επαναστάσεις και συγκρούσεις, δολοπλοκίες και ομολογίες ή ανομολόγητα πάθη, με βασιλιάδες και πληβείους, «αβράκωτους» και εξεγερμένους της Παρισινής Κομμούνας, με «Άθλιους» αλλά και εκτελεστές. Ο Ναός αυτός ήταν εδώ και αιώνες  ένα γιγαντιαίο σκηνικό ιστορικού θεάτρου σκιών με υπαρκτούς ήρωες και πραγματικές πρωταγωνίστριες αλλά και δαίμονες, πολλούς δαίμονες σμιλεμένους από τον καλλιτέχνη, αγάλματα πέτρινα που σε κοιτούν άγρυπνα από ψηλά, διαχρονικοί φύλακες της ψυχής του Ναού, Οι περίφημοι Gargoyles.   

Πηγή

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ