Ο Αυστριακός συγγραφέας Έριχ Χακλ μιλά για το βιβλίο του «Αναζητώντας τη Ζιντονί»

18


«Στις 18 Αυγούστου του 1933 ο θυρωρός του νοσοκομείου του Στάιρ ανακάλυψε ένα κοιμισμένο μωρό. Δίπλα στο τυλιγμένο με κουρέλια νεογέννητο υπήρχε ένα κομμάτι χαρτί, στο οποίο ήταν γραμμένο με αδέξια γράμματα: «Το όνομά μου είναι Ζιντονί Άντελσμπουργκ και γεννήθηκα στον δρόμο προς το Άλτχαϊμ. Παρακαλώ για γονείς»». Έτσι ξεκινά το βιβλίο του Έριχ Χακλ με τίτλο «Αναζητώντας τη Ζιντονί» (μετ. Νάντη Φίλια), που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Φίλντισι. Τη Ζιντονί αναλαμβάνει μια ανάδοχη οικογένεια, το ζεύγος Χανς και Γιοζέφα Μπράιρατερ, που έχουν ήδη έναν γιο, τον Μάνφρεντ. Το παιδί περιβάλλεται με φροντίδα και αγάπη από την οικογένεια των Μπράιρατερ μέχρι που οι αρχές βρίσκουν τη βιολογική του μητέρα και αποφασίζουν να το αποσπάσουν από την ανάδοχη οικογένεια, με τραγική συνέπεια να σταλεί μαζί με άλλους Ρομά στο Άουσβιτς, όπου πεθαίνει σε ηλικία 10 ετών, το 1943.

Ο Αυστριακός συγγραφέας Έριχ Χακλ είναι ένας από τους πιο αναγνωρισμένους συγγραφείς της σύγχρονης γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Σε όλα τα κείμενά του ασχολείται με τις βιαιότητες του 20ού αιώνα, τους φασισμούς, τις δικτατορίες στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική. Δεν παρουσιάζει τα θέματά του από την απόσταση μιας ψυχρής ιστορικής ανάλυσης, αλλά από την οπτική της ατομικής μοίρας του ξεχωριστού ανθρώπου, ο οποίος, στην προσπάθειά του να επιτύχει προσωπική ευτυχία και κοινωνική δικαιοσύνη, συγκρούεται με τις δομές της εξουσίας και συνθλίβεται από αυτές. Τα βιβλία του Χακλ, κυρίως μυθιστορήματα και νουβέλες, στηρίζονται πάντα σε αληθινές ιστορίες. Πριν από κάθε βιβλίο προηγείται έρευνα σε βιβλιοθήκες και αρχεία και συλλογή πληροφοριών από αυτόπτες μάρτυρες. Είναι από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς στην Αυστρία, ενώ τα μυθιστορήματα και οι νουβέλες του έχουν μεταφραστεί σε 25 γλώσσες. Ο Έριχ Χακλ έχει βραβευτεί πολλές φορές για το σύνολο του συγγραφικού καθώς και για το μεταφραστικό του έργο.

«Με την ευκαιρία της επίσκεψης του κ. Χακλ στην Ελλάδα για την παρουσίαση του βιβλίου του, που έγινε τη Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019, στην Αίθουσα Τελετών του Παντείου Πανεπιστημίου, από πάνελ ομιλητών, υπό την αιγίδα της αυστριακής πρεσβείας, συναντήσαμε τον κ. Χακλ κα του ζητήσαμε να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις για το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.»

Η πρώτη ερώτηση που τέθηκε στον κ. Χακλ αφορούσε την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Αυστρία την εποχή που διαδραματίζεται το βιβλίο και ποια ήταν η αντιμετώπιση των τσιγγάνων την εποχή που γεννιέται η Ζιντονί. Ο κ. Χακλ απάντησε ότι η δράση του βιβλίου εξελίσσεται από το 1933 μέχρι σήμερα. Το 1933-34 στην Αυστρία γίνεται ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα. Το 1938, τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα με την προσάρτηση της Αυστρίας από τη Γερμανία (άνσλους). Η Ζιντονί ζει τα πρώτα παιδικά της χρόνια (1933-38) την περίοδο του φασιστικού καθεστώτος, του λεγόμενου αυστροφασισμού. Εκείνη την περίοδο απαγορεύονται κόμματα, συνδικαλιστικές και άλλες οργανώσεις, με αποτέλεσμα διώξεις. Η αντίδραση κατευθύνεται ενάντια στον εσωτερικό φασισμό και όχι στον εξωτερικό, δηλ. τον φασισμό του Χίτλερ. Το μίσος στρέφεται προς τα μέσα και υπάρχει μια «ουδετεροποίηση» (ή αδρανοποίηση) όσον αφορά τον εξωτερικό εχθρό, που είναι η ναζιστική Γερμανία. Όσον αφορά την αντιμετώπιση των τσιγγάνων, μέχρι το 1938 υπήρχε γενικά μια ξενοφοβική συμπεριφορά, αλλά και μια ορισμένη αποδοχή των Ρομά – δεν υπήρχε ανοικτή καταδίωξή τους.

Μετά το 1938, η κατάσταση αλλάζει άρδην. Όλο το πρόβλημα, λέει ο κ. Χακλ, αρχίζει με τη γερμανική κατοχή: οι διώξεις του πατέρα αλλά και του παιδιού (υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για πραγματική ιστορία). Από το 1938 αλλάζουν τα πράγματα για τον Χανς, γιατί από σοσιαλιστής γίνεται κομμουνιστής, και ο τρόμος των ναζί ήταν οι κομμουνιστές –ήταν ευθεία απειλή για αυτούς-, παρά το γεγονός ότι ο Χανς είχε αποτραβηχτεί, γιατί είχε αναλάβει η πιο νέα γενιά κι αυτός θεωρούνταν ήδη μεγάλος.

Στο ερώτημα αν υπήρξε αντίσταση απέναντι και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο κ. Χακλ απαντά ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν το μοναδικό το οποίο αντιστάθηκε σθεναρά στον αυστροφασισμό. Το ποσοστό των κομμουνιστών οι οποίοι προσπάθησαν να κρύψουν Ρομά, Εβραίους και μέλη άλλων κοινωνικών και μειονοτικών ομάδων οι οποίες διώκονταν ήταν πάρα πολύ υψηλό. Περίπου 100.000 Αυστριακοί εκτελέστηκαν κατά τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου. Αλλά η αντίσταση ήταν πολύ λίγη γι΄αυτό που θα έπρεπε να είναι κι αυτό οφείλεται στην περίοδο του αυστροφασισμού που προηγήθηκε και οδήγησε σε μια «ουδετεροποίηση» (αδρανοποίηση) απέναντι στον εξωτερικό φασισμό. Και το περίεργο, συμπληρώνει, είναι ότι υπάρχει και μια αντίσταση από μέρους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, γιατί η Εκκλησία δεν ήταν με τους ναζί, αλλά με τους αυστροφασίστες. Η καθολική Εκκλησία είναι δεμένη με τον αυστροφασισμό, αλλά είναι εχθρός του εθνικοσοσιαλισμού, των ναζί – όπως και ο αυστροφασισμός ήταν εχθρός του ναζισμού. Ο καρδινάλιος της Βιέννης Τέοντορ Ίνιτζερ καλωσόρισε τους ναζί αλλά, στη συνέχεια, ύστερα από έντονη αποδοκιμασία, οι καθολικοί κατέληξαν να γίνουν φανατικοί πολέμιοι των ναζί. Η Εκκλησία, λοιπόν, είναι πάρα πολύ προσεκτική.

Από ένα σημείο και πέρα αναδεικνύεται στο βιβλίο ο ρόλος του κράτους αλλά και καθενός ξεχωριστά: η κοινωνική λειτουργός, η οποία επισκεπτόταν τακτικά την ανάδοχη οικογένεια και αναγνώριζε τη φροντίδα και την αγάπη που είχε σε αυτήν η Ζιντονί, ο διευθυντής του σχολείου, που αναγνώριζε κι αυτός τις προσπάθειες που κατέβαλλε η Ζιντονί, ο δήμαρχος, που εκτιμούσε την ανάδοχη οικογένεια αν και προερχόταν από αντίπαλη πολιτική παράταξη, ο διευθυντής της περιφέρειας της Στυρίας, δεν έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους προκειμένου να σώσουν τη Ζιντονί. [Κι όμως, ήξεραν ότι, από τη στιγμή που θα επέστρεφε στη βιολογική της οικογένεια, θα κατέληγε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.] Από φόβο; αναρωτιόμαστε. «Από δειλία», απαντά ο κ. Χακλ. Είναι αυτή η «θηριωδία του καθωσπρεπισμού» που αναφέρει στο βιβλίο του (σελ. 104), από «μικρούς ανθρώπους» σε μεγάλους καιρούς, όπως αναφέρει παρακάτω (σελ. 135). [Όπου μεγάλοι καιροί ήταν η περίοδος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της γερμανικής κατοχής.] Κάνοντας, ίσως, ένα χρονικό άλμα, τον ρωτάμε αν η εποχή μας με τα προβλήματά της (πόλεμοι και εμφύλιες συγκρούσεις σε διάφορες χώρες, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, φανατισμός και μισαλλοδοξία, ισλαμική τρομοκρατία) είναι «μεγάλοι καιροί» (κι εμείς «μικροί άνθρωποι»).

«Είναι μια πολύ αντιδραστική εποχή», μας απαντά ο κ. Χακλ. Ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχει σήμερα πολύ λιγότερη συνοχή. Παρ’ όλο που, στην εποχή της Ζιντονί, στην εποχή του Χίτλερ, θα περίμενε κάποιος ότι η συνοχή μεταξύ των ανθρώπων θα ήταν μικρότερη, δεν ήταν, ενώ τώρα αυτή ολοένα και μειώνεται. Για παράδειγμα, λέει, η ηρωίδα του τελευταίου του βιβλίου «Στο σκοινί» είναι μισή Εβραία και του είπε (επειδή πρόκειται πάλι για μια πραγματική ιστορία) «Οι άνθρωποι έκαναν για μας τόσο λίγα» – κι εκείνος της απάντησε: «σήμερα γίνονται ακόμα λιγότερα».

 Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Ερίχ Χακλ γεννήθηκε στις 26 Μαΐου 1954 στην πόλη Στάιρ της Άνω Αυστρίας. Σπούδασε Γερμανική και Ισπανική Φιλολογία στο Ζάλτσμπουργκ και στην Ισπανία. Δίδαξε για ένα διάστημα ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. Από το 1979 εγκαθίσταται στη Βιέννη, εργάζεται για ένα διάστημα στο πανεπιστήμιο και από το 1983 βιοπορίζεται ως ελεύθερος συγγραφέας, μεταφραστής, σεναριογράφος και εκδότης. Μοιράζει τη ζωή του μεταξύ Βιέννης και Μαδρίτης.

Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τα βιβλία του «Η περίπτωση της Αουρόρα» (μετ. Μαρία Αγγελίδου), Aquarius, 1988 (εξαντλημένο), «Γάμος στο Άουσβιτς» (μετ. Ιάκωβος Κοπερτί), Κριτική, 2004, 2016, «Αναζητώντας τη Ζιντονί» (μετ. Νάντη Φίλια), Φίλντισι, 2019.

– Ευχαριστούμε τη μεταφράστρια του βιβλίου και καθηγήτρια Γερμανικών κ. Νάντη Φίλια, η οποία έκανε και τη διερμηνεία των απαντήσεων του κ. Έριχ Χακλ.

Πηγή:  ΑΠΕ – ΜΠΕ

Πηγή

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ