Ο «κίτρινος θησαυρός» της Άνδρου στο πέρασμα των αιώνων

12



Πρώτη καταχώρηση: Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019, 19:00

Στην καρδιά του γαλάζιου Αιγαίου, της θάλασσας που έχει δεθεί άρρηκτα με την πορεία του ελληνικού έθνους, βρίσκονται οι Κυκλάδες. Απο τα πανάρχαια χρόνια, τα νησιά αυτά αποτελούσαν τη γέφυρα ή τους ενδιάμεσους σταθμούς που συνδέουν την Ελλάδα με τις απέναντι ακτές του Αιγαίου, όπου για αιώνες άνθισε ο ελληνισμός.

Ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στις Κυκλάδες από την 4η χιλιετία π.Χ. υπήρξε σπουδαίος, όπως μαρτυρούν τα αναρίθμητα αρχαιολογικά ευρήματα, και είναι ένας από τους τρεις σημαντικότερους των προϊστορικών χρόνων στο Αιγαίο μαζί με τον Μινωικό και τον Μυκηναϊκό. Στη διάρκεια των Περσικών Πολέμων (πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.) κι ενώ ο πληθυσμός των νησιών υπέστη καταστροφικές επιδρομές, άρχισε παράλληλα να έρχεται σε επαφή με το πρώτο εσπεριδοειδές που έφτασε στη Μεσόγειο: το λεμόνι. Στο τέλος του 3ου αιώνα π.Χ., όταν η Άνδρος κατακτήθηκε από το κράτος της Περγάμου, οι κάτοικοί της είχαν ήδη μυθηθεί στα μυστικά αυτού του «μαγικού καρπού» από την Ανατολή.

Την λεμονιά, άλλωστε, όπως αναφέρει το soapbyeleni.gr την καλλιεργούσαν στην αρχαία Αθήνα από την εποχή του Αριστοφάνη, ο οποίος αναφέρει την μεταφορά του σπέρματος του φυτού από την Περσία στην Αθήνα. Ο Θεόφραστος γνώριζε και περιέγραφε το λεμόνι ως «μήλο Περσικό» ή «Μηδικό» και στους επόμενους αιώνες έφτασε να αποτελεί σύμβολο κοινωνικής θέσης της άρχουσας τάξης για την Ρωμαϊκή ελίτ. Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι και τον πρώτο αιώνα μ.X. (εποχή κατά την οποία οι Κυκλάδες περιήλθαν στον ρωμαϊκό έλεγχο), η μόνη ποικιλία κίτρου διαθέσιμη στους Ρωμαίους ήταν τα πολύ σπάνια και ακριβά λεμόνια. Η εξάπλωσή του, συνεπώς, βοηθήθηκε περισσότερο από την υψηλή κοινωνική θέση -ως διακριτικό ευγενείας- την οποία συνεπαγόταν, τη σημασία του για τη θρησκεία και τα μοναδικά χαρακτηριστικά του, παρά τις γαστρονομικές του ιδιότητες. Αξίζει να σημειωθεί πως τα υπόλοιπα φρούτα της ομάδας των εσπεριδοειδών πιθανότατα διαδόθηκαν περισσότερο από μία χιλιετία αργότερα.

Καθώς από τον 2ο αιώνα π.Χ. η Άνδρος είχε περιέλθει κληρονομικά στην Ρώμη, είναι προφανές πως οι κάτοικοί της, οι οποίοι είχαν ήδη παράδοση εκατοντάδων ετών ως ναυτικοί, πρόσθεσαν στα εμπορεύματά τους τα λεμόνια. Οι Κυκλαδίτες ναυτικοί όργωναν τις θάλασσες και, σύμφωνα με τον περίφημο αρχαιολόγο Σπ. Μαρινάτο (1901-1974), ήταν σε θέση να προβλέπουν με ακρίβεια τον καιρό για είκοσι ώρες χάρη στα σημάδια του ουρανού και όχι μόνο. Έπλεαν με ταχύτητα πέντε μίλια την ώρα και νησί με νησί, ακτή με ακτή, έφταναν ως τη Μαγιόρκα, δυτικά, μέχρι τις εκβολές του Δούναβη στα βόρεια, και σίγουρα ως τη Ζάρα στην Αδριατική. Καθώς βρίσκονταν στο σταυροδρόμι μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, είχαν εμπορικές συναλλαγές με την προϊστορική Τροία, τη Μυτηλίνη και τη Λήμνο, φτάνοντας μέχρι και τη Μαύρη Θάλασσα. Πρωτοπόροι στην ναυσιπλοΐα και την τεχνογνωσία, παρείχαν στην Κρήτη υπηρεσίες διακινώντας πρώτες ύλες και τα λεμόνια έφτασαν κι εκεί να καλλιεργούνται μέχρι και σχετικά πρόσφατα ως ένδειξη πλούτου.

Στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Άνδρος εξελίχθηκε σε ναυτική και εμπορική δύναμη. Μάλιστα, από τον 16ο αιώνα οι Ανδριώτες κέρδισαν προνόμια και απολάμβαναν πολλές ελευθερίες, πλουτίζοντας και αποκτώντας εμπορικά πλοία που γρήγορα μετασκευάστηκαν σε ικανά να αποκρούουν πειρατικές επιθέσεις και ζούσαν χωρίς ή με ελάχιστη τουρκική παρουσία. Η ευημερία διήρκησε δύο αιώνες και στο χρονικό αυτό διάστημα ο λεμονοκαρπός άρχισε να καλλιεργείται σε μεγάλο βαθμό, αποτελώντας το πιο περιζήτητο τοπικό προϊόν. Στην Άνδρο, η λεμονοπαραγωγή καταγράφεται ως ισχυρή συνιστώσα της τοπικής οικονομίας από τον 17ο αιώνα. Ξένοι περιηγητές που επισκέπτονται το νησί και καταγράφουν τις εντυπώσεις τους αναφέρονται στις κατάφυτες από τις λεμονιές κοιλάδες του νησιού στην περιοχή έξω από τη Χώρα, εξαίρουν την ποιότητα του καρπού και κάνουν αναφορές στην εξαγωγή του ανδριακού λεμονοκαρπού. Επιπλέον, από ναυλοσύμφωνα και τεφτέρια τόσο της προεπαναστατικής περιόδου όσο και μεταγενέστερων εποχών, προκύπτει ότι εξαγωγή του ανδριακού λεμονιού γινόταν προς τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, το Γαλάτσι του Δούναβη και τη Ρωσία με συστηματικό και επαγγελματικό τρόπο.

Τον 19ο αιώνα ο τοπικός Τύπος κάνει λόγο για «Λεμονεώνες», που αποτελούν σήμα κατατεθέν για το δεύτερο μεγαλύτερο σε μέγεθος νησί των Κυκλάδων μετά τη Νάξο με πολλούς από τους καραβοκύρηδες της εποχής να ξεκινούν την εφοπλιστική τους πορεία μεταφέροντας φορτία λεμονιού. Τα ιστιοφόρα μετέφεραν τον «κίτρινο θησαυρό» στις αγορές της Μαύρης Θάλασσας, της Βαλκανικής και της Μεσογείου μέχρι τον 20ό αιώνα.. Η παραγωγή του νησιού ανερχόταν σε εκατομμύρια λεμόνια, πιθανότατα για πλέον των είκοσι εκατομμυρίων καρπών. Τον Φεβρουάριο του 1880 η εφημερίδα «Άνδρος» αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «μόνον το προϊόν τούτο δίδει επωφελή εργασίαν εις όλα τας τάξεις της κοινωνίας», εκφράζοντας περίτρανα την πεποίθηση ότι το λεμόνι αποτελεί το πιο σημαντικό προϊόν του νησιού.

Η παραπάνω φράση μπορεί ίσως να αποτελέσει το έναυσμα για την αναβίωση της λεμονοπαραγωγής στην Άνδρο, ένα στοίχημα που κατά πολλούς και μπορεί και πρέπει να κερδηθεί. Άλλωστε η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Κι αν η παροιμία «Σαν σ’ αρέσει μπαρμπα Λάμπρο, ξαναπέρνα από την Άνδρο» (για πράξεις οι οποίες δεν μπορούν να ευοδωθούν εξαιτίας ανυπέρβλητων δυσχερειών) που γεννήθηκε στα νερά της από την άτυχη ναυμαχία του Λάμπρου Κατσώνη (6/4/1790) κάποιους τους προβληματίζει, ας θυμηθούν ότι μια γενιά μετά η Άνδρος επαναστάτησε και ανέκαμψε με ταχύ ρυθμό. Το λεμόνι, το «χαρακτηριστικό», το «ευγενές» και «πιο περιζήτητο τοπικό προϊόν» όπως αναφέρεται στο σύνολο των αρχειακών πηγών, μετράει αιώνες ζωής κι έχει να προσθέσει ακόμα νέα «κεφάλαια» στην Ιστορία της Άνδρου.

Κείμενο με αφορμή τη γιορτή λεμονιού στην Άνδρο που είναι προγραμματισμένη για αυτό το Σαββατοκύριακο

Πηγή

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ