Ο Στ. Σίνος μιλάει για το βιβλίο του για τo βυζαντινό παλάτι στον Μυστρά

35


Ένα νέο βιβλίο για το βυζαντινό παλάτι του Μυστρά, την έδρα ξακουστών δεσποτών και αυτοκρατόρων, αποτελεί από μόνο του είδηση. Όταν, δε, έχει γραφτεί από τον αναστηλωτή του, Στέφανο Σίνο, τότε αποκτά και την αξία της αρχιτεκτονικής τεκμηρίωσης και καταγραφής. Το βιβλίο «The late Byzantine Palace of Mistras and its restoration», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καπόν, είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι στην ιστορία του παλατιού μέσα από την αναλυτική περιγραφή της αρχιτεκτονικής και του αρχικού ερειπίου του, αλλά και των τεχνικών που εφαρμόστηκαν στην αποκατάστασή του, όλες τεκμηριωμένες με πλούσιο φωτογραφικό αρχείο. Είναι το τρίτο βιβλίο για τα μνημεία του Μυστρά που έχει δημοσιεύσει ο συγγραφέας και το μόνο που είναι γραμμένο στα αγγλικά.

«Ήθελα να γίνει γνωστό στο διεθνές κοινό ένα σημαντικό μνημείο της Ευρώπης -γιατί δεν είναι μόνο ελληνικό- η οποία ενίσχυσε ουσιαστικά το έργο της αναστήλωσής του με το Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Έγινε, δηλαδή, με ευρωπαϊκά χρήματα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα μεταφραστεί στα ελληνικά, πιθανώς όχι από εμένα, αλλά από κάποιον άλλον. Κι αυτό το λέω επειδή είμαι 83 ετών», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Στέφανος Σίνος, που δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες και για τα … ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά του μνημείου, όπως η γοτθική μορφολογία στα παράθυρα και στις πόρτες. «Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς έγινε κάτι τέτοιο, εφόσον τα διπλανά λιμάνια, όπως η Μονεμβασιά, ήταν ενετικά. Πιστεύω -και με αυτό καταλήγω στο βιβλίο μου- ότι ο μάστορας που τα έφτιαξε δεν ήταν ούτε Έλληνας ούτε Βυζαντινός, αλλά Βενετός. Δεν λέω ότι είναι ενετικό το παλάτι, αλλά ότι μπαίνουν κι αυτά τα δυτικά στοιχεία επειδή πρόθεση του αυτοκράτορα ήταν να ενοποιήσει τις ευρωπαϊκές μορφές και στην αρχιτεκτονική του παλατιού του», διευκρινίζει.

 Διδάκτωρ μηχανικός, υφηγητής της Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης, καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Μορφολογίας και Ρυθμολογίας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (1972-1985), μέλος της ομάδας εργασίας και στη συνέχεια πρόεδρος της Επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού για την Αναστήλωση των Μνημείων του Μυστρά (1985 – 2015), ο Στέφανος Σίνος εντυπωσιάστηκε από το παλάτι με την πρώτη επίσκεψή του στον Μυστρά, τα Χριστούγεννα του 1954, όταν ήταν 17χρονος μαθητής. «Μου έκανε φοβερή εντύπωση η θέση του θρόνου. Είχαμε συνηθίσει, από το σχολείο ή τον κινηματογράφο, ο θρόνος να βρίσκεται στο βάθος μιας αίθουσας. Δηλαδή, να μπαίνεις από την απέναντι πλευρά και να προχωράς προς αυτόν. Εδώ δεν ήταν έτσι: Ο θρόνος ήταν στο μέσο της μακριάς πλευράς και, ουσιαστικά, η συνεύρεση με τον κόσμο έθετε τον αυτοκράτορα ή τον δεσπότη περίπου στο κέντρο. Ήταν ένα καινούργιο στοιχείο το οποίο εκείνη την εποχή μου έκανε φοβερή εντύπωση. Αργότερα, βέβαια, μπόρεσα να το εξηγήσω περισσότερο», συμπληρώνει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, διευκρινίζοντας: «Βρισκόμαστε στην εποχή των Παλαιολόγων, στο τέλος του Βυζαντίου. Οι Παλαιολόγοι είναι διαφορετικοί, πιο ‘δημοκρατικοί’, πιο μέσα στον κόσμο. Αυτό κατάλαβα εκείνη τη στιγμή και νομίζω ότι είχα δίκιο. Ήταν κάτι που δεν το είχαν προσέξει ως τότε».

 Ήταν κι αυτός ένας λόγος που ήθελε να αποκαταστήσει το μνημείο, επιθυμία που ενισχυόταν και από την κατάσταση διατήρησής του. «Ήταν το μόνο βυζαντινό παλάτι που σωζόταν, σε μεγάλο βαθμό, ως και την τελευταία του λεπτομέρεια, συνεπώς η αποκατάστασή του ήταν εφικτή. Επίσης, ανήκε σε μια εποχή όπου τα πράγματα είχαν αρχίσει να αλλάζουν, όχι μόνο στη Δύση, αλλά και στο Βυζάντιο. Μην ξεχνάμε ότι μπροστά από το παλάτι αυτό, όπως διαμορφώθηκε τελικά από τον Μανουήλ Β΄ -ο οποίος ήταν ένας πολύ μεγάλος αυτοκράτορας και με μεγάλη γνώση της Δύσης-, βρισκόταν η μεγάλη πλατεία με την αγορά. Εκεί είχαν τα τραπεζάκια τους οι έμποροι, όπως συνέβαινε και στις πλατείες της Ιταλίας μπροστά από το παλάτι ή το δημαρχείο. Αυτά ήταν στοιχεία που σηματοδοτούσαν μια καινούργια εποχή και για το Βυζάντιο η οποία, αν και δεν άντεξε την πίεση των Οθωμανών, είχε αρχίσει να σχηματίζεται», σημειώνει ο Στέφανος Σίνος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Ο ίδιος ήταν εξειδικευμένος σε αρχαία και βυζαντινά κτήρια και έβλεπε ότι μπορούσε να δημιουργηθεί κάτι πρωτότυπο στον Μυστρά. «Δεν θα υπήρχε πουθενά κάποιο αντίστοιχο μνημείο με το οποίο θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε, ακόμα και με ισχνή μόρφωση, να καταλάβει πώς ζούσε ένας βασιλιάς την περίοδο των Παλαιολόγων, εποχή όπου ουσιαστικά ξαναζωντανεύει ο Ελληνισμός. Μην ξεχνάμε τον Πλήθωνα ο οποίος ζει στον Μυστρά και λέει το ‘Έλληνες εσμέν το γένος’. Αυτό είναι πρωτόγνωρο για τους βυζαντινούς χρόνους. Ήθελα, λοιπόν, ο κόσμος να μπορεί να κατανοήσει όλα αυτά τα γεγονότα που συμβαίνουν κυρίως στο α’ μισό του 15ου αιώνα (1400-1453), δηλαδή στο τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που όμως ήταν λαμπρό», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Το 1984 ο Στέφανος Σίνος έγινε μέλος της ομάδας εργασίας και στη συνέχεια εξελέγη πρόεδρος της Επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού για την Αναστήλωση των Μνημείων του Μυστρά, με τον κύριο όγκο των εργασιών να διαρκούν από το 1990 ως το 2015. Τι τον δυσκόλεψε κατά τη διάρκειά τους; «Το πιο δύσκολο ήταν να εκπαιδευτεί ένα συνεργείο που να μπορεί να κατασκευάσει, με υπομονή, βυζαντινές/μεσαιωνικές μορφές. Η εμπειρία που είχα στη Γερμανία με διευκόλυνε. Ήξερα πώς κατασκευάζονται κάποια πράγματα, ειδικά τα γοτθικά παράθυρα. Επίσης, υπήρξαν κάποιες δυσκολίες στη στατικότητα του καινούργιου, πώς δηλαδή θα μπει νέο υλικό μέσα στο παλιό. Ήταν πρωτόγνωρο για μένα να δουλέψω σε τέτοια μεγάλα μεγέθη, όπως το παλάτι του Μυστρά, αλλά η δυσκολία κατανικήθηκε με υπομονή και επιμονή. Επιπλέον, υπήρχαν και οι αντιρρήσεις ως προς το έργο, γεγονός που δεν διευκόλυνε ιδιαίτερα τη δουλειά μου. Το είχα πάρει, όμως, απόφαση ότι θα υπάρχουν και οι άλλες απόψεις, οι οποίες προς το τέλος κάμφηκαν κι έτσι προχώρησε το έργο σε μεγάλο βαθμό», μας απαντά.

   Κατά τη διάρκεια της επιστημονικής διαδρομής του, ο Στέφανος Σίνος γνώρισε πολλούς αξιοσημείωτους ανθρώπους, μεταξύ των οποίων ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποστήριξε την αναστήλωση του Μυστρά, και η Μελίνα Μερκούρη, με την οποία συνεργάστηκε όταν εκείνη ήταν υπουργός Πολιτισμού. «Οι οποιοιδήποτε κόποι, που αναμφίβολα με συνέτρεξαν όλα αυτά τα χρόνια, ήταν αστειότητες μπροστά στο έργο που είχα αναλάβει και το οποίο κυνήγησα. Δεν ήταν κάτι που μου δόθηκε, έκανα μεγάλο αγώνα να το βάλω σε έναν δρόμο. Είναι πολύ σημαντικό ότι οι δυο αυτοί άνθρωποι μου είπανε προχώρα. Ήταν μια στήριξη που χρειαζόμουν κι ευτυχώς την είχα γενναιόδωρα», καταλήγει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

 

Πηγή

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ