Το γράμμα ενός άστεγου στον σκυλάκο του

64


Αγαπημένε μου σκυλάκο, Σήμερα είναι η Ημέρα των Χριστουγέννων
και οι περισσότεροι άνθρωποι γιορτάζουν με τις οικογένειές τους,
με τούς φίλους τους, με τις παρέες τους.
Γιορτάζουν σε σπίτια με ζέστη, με θαλπωρή·
πολλοί από αυτούς έχουν και ζωάκια σαν εσένα,
τα οποία απολαμβάνουν ένα όμορφο και ασφαλές περιβάλλον. Όταν έμεινα άστεγος, σκυλάκο μου,
αισθάνθηκα να κόβεται ο ομφάλιος λώρος μου με τη ζωή·
ποιος θέλει να έχει σχέσεις με κάποιον που ζει στον δρόμο; Ήμουν μόνος, αποκομμένος, ορφανός.
Οι άνθρωποι με προσπερνούσαν·
κάποιοι, βέβαια,
κοντοστέκονταν για να μού δώσουν μία μικρή βοήθεια
και να μού πουν δυο κουβέντες συμπαράστασης και συμπόνιας.
Και μετά φεύγαν’ κι αυτοί,
και μ’ αφήναν’ να αναρωτιέμαι
μήπως θα ήταν λιγότερο οδυνηρό αν με είχαν προσπεράσει.
Η ψυχή μου και η Μοναξιά είχαν γίνει ταυτόσημες έννοιες.
Μέχρι που σε συνάντησα… Ήμουν αδέσποτος και ήσουν αδέσποτος·
μιλούσαμε την ίδια γλώσσα και αγαπηθήκαμε αμέσως.
Έπαψα να νοιώθω μοναξιά,
διότι είχα ένα πλάσμα να αγκαλιάσω, διότι είχα ένα πλάσμα να μ’ αγκαλιάσει.
Έπαψα να νοιώθω άστεγος· έγινες «το σπίτι μου». Και άρχισες -χωρίς να το ξέρεις και χωρίς να το επιδιώκεις-
να μού δίνεις μαθήματα ζωής, να με διδάσκεις.
Κάθε μέρα με βλέπεις με τα ίδια ρούχα, αλλά δεν με κακολογείς·
με δέχεσαι έτσι,
διότι κι εσύ με τα ίδια «ρούχα», με την ίδια «φορεσιά» κυκλοφορείς συνέχεια.
Δεν έχω πρόσβαση σε μπανιέρα, δεν κάνω κάθε μέρα μπάνιο,
αλλά όταν σε αγκαλιάζω δεν κρατάς τη μύτη σου με αποστροφή,
παρ’ ότι φημίζεσαι για την πανίσχυρη όσφρησή σου·
αντιθέτως, με αγκαλιάζεις κι εσύ, ολοένα και πιο σφιχτά,
σα να θέλεις να μού πεις
ότι κάποτε θα είμαστε δύο αδέσποτοι που θα έχουν σπίτι,
που θα έχουν ζέστη και θαλπωρή. Σού οφείλω ευγνωμοσύνη, σκυλάκο μου.
Είσαι το πλάσμα που μού δίνει τη δύναμη να πολεμήσω
για να ανακαλύψω ξανά το «Άρωμα τής Ζωής».
Εσύ το άρωμα τής ζωής το έχεις βρει εκ’ γενετής
και ξέρεις ότι δεν είναι άλλο από την Αγάπη. Σού ζητώ συγγνώμη που δεν διαθέτω τη σοφία σου,
αλλά ευχαριστώ την ανοησία μου που με οδήγησε στον δρόμο.
Εδώ, στον δρόμο, έμελλε να μάθω,
ότι η Ανθρωπιά έχει τέσσερα πόδια, μακριά μουσούδα και ουρά.
Πίσω έχει η Ανθρωπιά την ουρά. Σ’ Αγαπάω, Σκυλάκο Μου!
… (το γράμμα που αναγνώσατε αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας
και -πάνω απ’ όλα- αποκύημα συναισθηματικής ανάγκης) Γιώργος Μιχάλακας
Αλήτης -αλλά όχι ρουφιάνος- Δημοσιογράφος

Πηγή

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ