To «The Waiter» είναι μία σπουδή πάνω στην ανθρώπινη φύση

25


Εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του ’80, και τοποθετημένη στην Αθήνα του σήμερα, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Στηβ Κρικρή, «The Waiter», παρακολουθεί την πορεία ενός μοναχικού σερβιτόρου, του οποίου η ρουτίνα της καθημερινότητας θα κλονιστεί από ένα αναπάντεχο γεγονός.

«Το «The Waiter» είναι μία σπουδή πάνω στην ανθρώπινη φύση. Ένα υπαρξιακό νέο νουάρ και μία ιστορία δολοφονίας δοσμένη μέσα από τα μάτια του (εκ)κεντρικού ήρωα, του Ρένου που υποδύεται ο Άρης Σερβετάλης» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο γεννημένος στην Ουάσινγκτον σκηνοθέτης. Με σπουδές στη φημισμένη σχολή Καλών Τεχνών San Fransisco Art Institute (SFAI) και μετέπειτα πορεία ως σκηνοθέτης διαφημιστικών στην Νέα Υόρκη και την Αθήνα, ως παραγωγός ταινιών, αλλά και ως ιδρυτής του κινηματογραφικού φεστιβάλ της Πάτμου, ήταν φυσικό επακόλουθο για τον Στηβ Κρικρή να γυρίσει τη δική του μεγάλου μήκους ταινία.

Το «The Waiter» έκανε πρεμιέρα στο 59o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, όπου έλαβε δύο βραβεία από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, αυτό του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη καθώς και αυτό για τα καλύτερα Locations.

Ο Στηβ Κρικρής μίλησε στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για την ταινία του, η οποία βγαίνει σήμερα (4/4) στις αίθουσες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και είναι υποψήφια σε 6 κατηγορίες στα βραβεία Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Έχετε δηλώσει πως η κεντρική ιδέα της ταινίας είναι εμπνευσμένη από μία ακραία εμπειρία που είχατε όταν ζούσατε στη Νέα Υόρκη. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα γι’ αυτήν και για τον τρόπο που σας ενέπνευσε να γράψετε το σενάριο του «The Waiter»;

 Το «The Waiter» είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα που βίωσα, ενώ ζούσα στη Νέα Υόρκη πριν αρκετά χρόνια. Την εποχή εκείνη έκανα παραγωγή σε μια ταινία ενός Αμερικάνου φίλου σκηνοθέτη. Μέσα σ’ ένα ξέφρενο πρόγραμμα γυρισμάτων έζησα ένα ακραίο και φρικιαστικό γεγονός – την δολοφονία του γείτονά μου. Όλη αυτή η εμπειρία εντυπώθηκε μέσα μου και παρέμεινε σαν ένα κρυφό μυστικό. Μετά από αρκετά χρόνια παρακολούθησα ένα σεμινάριο με έναν ‘Αγγλο σεναριογράφο. Πάνω στη συζήτηση για το θέμα που θα μπορούσε να έχει η πρώτη μας ταινία, πυροδοτήθηκε μέσα μου η ιδέα να γράψω για αυτή την εμπειρία που είχα στη Νέα Υόρκη. Η αληθινή ιστορία αποτέλεσε το έναυσμα για να κάνω μια σπουδή πάνω σε ένα φανταστικό χαρακτήρα που θα μπορούσα να τον παρομοιάσω με έναν (αντι)ήρωα του Αλμπέρ Καμύ.

Πώς καταλήξατε στον Άρη Σερβετάλη για να ερμηνεύσει τον κεντρικό ήρωα αλλά και στην επιλογή των υπόλοιπων ηθοποιών;Τον Άρη τον γνώρισα στα γυρίσματα της «Κινέττας» του Γιώργου Λάνθιμου. Τον παρακολουθούσα στο θέατρο και μου άρεσε ο τρόπος που προσέγγιζε τους εκάστοτε ρόλους του. Όταν έγραφα το σενάριο σκεφτόμουν ότι θα ήταν ο πλέον κατάλληλος για τον ρόλο του Ρένου. Ήταν λίγο δύσκολο να βρεθεί χρόνος μέσα στο πολυάσχολο πρόγραμμα του με το θέατρο, αλλά και την αναμονή μέχρι να συμπληρωθεί η χρηματοδότηση της ταινίας – στο τέλος το καταφέραμε και αισθάνομαι πολύ τυχερός που συνεργαστήκαμε. Τον Γιάννη Στάνκογλου τον γνώρισα σε μια ακρόαση και αμέσως με κέρδισε. Αισθάνθηκα ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για τον ρόλο. Η μεταμόρφωσή του ήτανε εκπληκτική. Το ίδιο και ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, που ταίριαξε απόλυτα με τον Άρη για το δίδυμο των σερβιτόρων. Την Ελληνο-ιταλίδα Chiara Gensini, τη γνώρισα μέσω ενός κοινού φίλου και μετά από κάποιες συναντήσεις και δοκιμαστικά καταλήξαμε να συνεργαστούμε και να μετακομίσει για ένα χρονικό διάστημα από τη Ρώμη στην Αθήνα.

 Ποιες ήταν οι αφηγηματικές και αισθητικές αναφορές σας όταν προετοιμάζατε το «The Waiter»;

   Μου αρέσει να δουλεύω παράλληλα με το σενάριο και την αναζήτηση οπτικού υλικού που θα φέρει πιο κοντά το γραπτό λόγο στην οπτικοποίηση αλλά και στην πιο ουσιαστική επικοινωνία με τους συνεργάτες της ταινίας. Ταινίες όπως «Ο ‘Ανθρωπος που δεν ήταν εκεί» των Aδελφών Κοέν, το «Blow-up» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, η «Χαμένη Λεωφόρος» του Ντέιβιντ Λιντς, το «Μετά τα Μεσάνυχτα» του Νίκολας Ρεγκ αλλά και η μεταφορά του «Ξένου» του Αλμπέρ Καμύ από τον Λουκίνο Βισκόντι αποτέλεσαν κάποιες από τις αναφορές μου.

Γεννηθήκατε και σπουδάσατε στην Αμερική. Τι σας έκανε να επιστρέψετε στην Ελλάδα και γιατί επιλέξατε να κάνετε την πρώτη μεγάλου μήκους σας εδώ; 

Ήρθα στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 μετά από πρόσκληση συνεργασίας που είχα από μια εταιρεία παραγωγής. Άρχισα να δουλεύω αρκετά στη διαφήμιση. Κατά κάποιο τρόπο «κόλλησα» εδώ σε μια εποχή που υπήρχε μεγάλη κινητικότητα και αρκετή δουλειά. Αυτή η συγκεκριμένη ιστορία θα μπορούσε να γυριστεί οπουδήποτε, υπήρχε ένα σχέδιο να γυριστεί στη Νέα Υόρκη αλλά δεν προχώρησε. Ήθελα να κάνω μια ταινία στην Ελλάδα εφόσον εργαζόμουν εδώ, και είχα πλέον αποκτήσει μια στενή επαφή με τους ανθρώπους του χώρου και την ελληνική πραγματικότητα.

Έχετε μεγάλη εμπειρία στη διαφήμιση. Αυτό πιστεύετε ότι σας βοήθησε στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία σας ή πιστεύετε ότι το σινεμά και η διαφήμιση «μιλούν» διαφορετική γλώσσα;

Ναι, «μιλούν» διαφορετική γλώσσα κατά κάποιον τρόπο, αλλά για μένα η διαφήμιση είναι ένα πολύ καλό πεδίο εξάσκησης όπου μπορείς να εξοικειωθείς με το μέσο, να πειραματιστείς και να μάθεις να δουλεύεις κάτω από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, χρονικό και οικονομικό. Οι άπειρες εργατοώρες γυρισμάτων βοήθησαν πολύ στο να διαχειριστούμε με γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο την ταινία συνολικά κάτω από τους περιορισμούς που είχαμε, κυρίως τους οικονομικούς.

 Στην ταινία εστιάζετε στην ψυχοσύνθεση του κεντρικού ήρωα, ο οποίος κάποια στιγμή καλείται να επιλέξει αν θα επιστρέψει στην ασφάλεια της μοναξιάς και της καθημερινής ρουτίνας του ή αν θα τολμήσει ν’ αλλάξει ζωή. Εσείς, στη ζωή σας επιλέγετε να βγείτε από τη «ζώνη άνεσής» σας;

Ανέκαθεν στη ζωή μου, μου άρεσε να μπαίνω στην περιπέτεια και στην αναζήτηση για κάτι καινούριο, διαφορετικό, που δεν γνώριζα ή που φαινομενικά θεωρούσα δύσκολο ή και ακατόρθωτο. Ήταν ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Από νεαρή ηλικία περιπλανήθηκα και έζησα σε διάφορες πόλεις της Αμερικής, θέλοντας να γνωρίσω νέα πράγματα και να δοκιμαστώ. Θεωρώ ότι αποκόμισα εμπειρίες, δοκίμασα της αντοχές μου και κατάλαβα ότι τίποτα δεν σου προσφέρεται χωρίς το ανάλογο τίμημα. Το να κάνεις ταινίες είναι μια επιλογή που αναγκαστικά σε βγάζει από τη comfort zone σου.

Ποιες είναι οι φιλοδοξίες σας σχετικά με αυτήν την ταινία;

Εύχομαι να βρει το κοινό της, να ταξιδέψει και να κεντρίσει το ενδιαφέρον των θεατών με κάποιον τρόπο που μπορεί να είναι ξεχωριστός για τον καθένα.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

 

 

Πηγή

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ