Η Θεσπρωτία είναι μονοεδρική. Αυτό σημαίνει ότι η επιλογή προσώπου για τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι απλώς κομματική διαδικασία. Είναι πολιτική ευθύνη απέναντι σε έναν ολόκληρο νομό, ο οποίος δεν έχει την πολυτέλεια της δεύτερης κοινοβουλευτικής φωνής. Ο βουλευτής που εκλέγεται στη Θεσπρωτία δεν εκπροσωπεί απλώς ένα ψηφοδέλτιο· εκπροσωπεί την εικόνα, τη διεκδικητικότητα, τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία του τόπου.
Τα γεγονότα των τελευταίων μηνών και ετών δείχνουν ότι γύρω από τον νυν βουλευτή Θεσπρωτίας της Νέας Δημοκρατίας, Βασίλη Γιόγιακα, έχει δημιουργηθεί ένα πολιτικό φορτίο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ο κ. Γιόγιακας είναι βουλευτής Θεσπρωτίας της ΝΔ και έχει εκλεγεί διαδοχικά στις εθνικές εκλογές, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Βουλής.
Το βαρύτερο πλήγμα στη δημόσια εικόνα του ήρθε με τις δηλώσεις του για τα Τέμπη. Η φράση «καλώς ή κακώς αυτοί οι άνθρωποι ήταν νεκροί», όπως μεταδόθηκε και σχολιάστηκε ευρέως, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ενώ ο ίδιος αναγκάστηκε να ζητήσει συγγνώμη για την «ατυχώς διατυπωμένη» φράση του. Το θέμα δεν έμεινε σε επίπεδο αντιπολιτευτικής εκμετάλλευσης. Απασχόλησε μεγάλα μέσα, προκάλεσε δημόσια κατακραυγή και ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε ακόμη και τη διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία, υποστηρίζοντας ότι προσέβαλε τη μνήμη των θυμάτων.
Η υπόθεση αυτή δεν είναι απλώς ένα επικοινωνιακό λάθος. Για έναν μονοεδρικό νομό, τέτοιες δηλώσεις βαραίνουν ολόκληρη την πολιτική εκπροσώπηση. Η Θεσπρωτία δεν μπορεί να εμφανίζεται στο πανελλήνιο μέσα από φράσεις που προκαλούν οργή, αμηχανία και πολιτικό κόστος.
Παράλληλα, η πρόσφατη αντιπαράθεση του κ. Γιόγιακα με τον υφυπουργό Υποδομών Νίκο Ταχιάο για οδικά έργα στην Ηγουμενίτσα ανέδειξε ένα δεύτερο ζήτημα: την αδυναμία παραγωγής χειροπιαστού αποτελέσματος για κρίσιμες υποδομές. Στη Βουλή, ο κ. Γιόγιακας επανέφερε το θέμα του περιφερειακού Ηγουμενίτσας και του άξονα Ηγουμενίτσα–Σαγιάδα–Μαυρομάτι, όμως η απάντηση του υπουργείου δεν έδωσε σαφές χρονοδιάγραμμα χρηματοδότησης. Η αντιπαράθεση παρουσιάστηκε ως «γαλάζια κόντρα», δηλαδή ως σύγκρουση στο εσωτερικό της ίδιας κυβερνητικής παράταξης.
Το πρόβλημα εδώ είναι ουσιαστικό. Όταν ένας κυβερνητικός βουλευτής, μετά από χρόνια παρουσίας, καταλήγει να συγκρούεται δημόσια με υπουργό της ίδιας κυβέρνησης χωρίς να αποσπά δεσμευτικό αποτέλεσμα, τότε το ερώτημα για τον πολίτη είναι απλό: ποια είναι η πραγματική ισχύς της εκπροσώπησης της Θεσπρωτίας;
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η δημόσια τοποθέτηση του ίδιου του κ. Γιόγιακα μετά τις δηλώσεις Σκέρτσου, όπου φέρεται να είπε ότι, αν οι βουλευτές δεν έχουν ουσιαστικό ρόλο, «δεν υπάρχει λόγος να εκλέγονται βουλευτές». Τοπικά μέσα παρουσίασαν τη δήλωση ως κίνηση που «έριξε λάδι στη φωτιά». Πρόκειται για πολιτική ομολογία αδυναμίας ή, στην καλύτερη περίπτωση, για ένδειξη βαθιάς δυσλειτουργίας στη σχέση τοπικής εκπροσώπησης και κεντρικής εξουσίας.
Η Θεσπρωτία όμως δεν χρειάζεται βουλευτή που διαπιστώνει εκ των υστέρων τα όρια του ρόλου του. Χρειάζεται βουλευτή που τα υπερβαίνει. Που έχει πρόσβαση, κύρος, στρατηγική, τεχνοκρατική επάρκεια και δυνατότητα να μετατρέπει τα προβλήματα του τόπου σε αποφάσεις, χρηματοδοτήσεις και έργα.
Η Νέα Δημοκρατία οφείλει να δει την πραγματικότητα χωρίς κομματική αδράνεια. Σε μια μονοεδρική περιφέρεια, το πρόσωπο του υποψηφίου είναι το ίδιο το πολιτικό προϊόν. Αν το πρόσωπο αυτό έχει φορτωθεί με δημόσιες αστοχίες, αντιδράσεις, εσωκομματικές εντάσεις και αδυναμία αποτελεσματικής διεκδίκησης, τότε το κόμμα οφείλει να αναρωτηθεί αν υπηρετεί πραγματικά τη Θεσπρωτία ή απλώς αναπαράγει μια φθαρμένη επιλογή.
Η Θεσπρωτία χρειάζεται νέα πολιτική εκπροσώπηση. Όχι από προσωπική φιλοδοξία κάποιου, αλλά από ανάγκη του τόπου. Χρειάζεται έναν υποψήφιο που θα μπορεί να σταθεί με αξιοπιστία απέναντι στην κοινωνία, με σοβαρότητα απέναντι στο κόμμα και με αποτελεσματικότητα απέναντι στην κυβέρνηση.
Η Νέα Δημοκρατία έχει μπροστά της μια καθαρή επιλογή: να επιμείνει στη συνήθεια ή να αναλάβει την ευθύνη της ανανέωσης. Στη Θεσπρωτία, η ανανέωση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όρος πολιτικής επιβίωσης και πραγματικής εκπροσώπησης.
